Επιλογή Σελίδας

Κάθε χρόνο καταγράφονται 3,9 εκατομμύρια θάνατοι στην Ευρώπη, οι οποίοι οφείλονται σε εκδηλώσεις της καρδιαγγειακής νόσου. Ο όρος καρδιαγγειακή νόσος περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος παθήσεων που αφορούν τόσο την καρδιά όσο και τα αιμοφόρα αγγεία, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η στεφανιαία νόσος, η καρδιακή ανεπάρκεια, η στηθάγχη, η αρτηριακή υπέρταση και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η συχνότητα θανάτου από στεφανιαία νόσο και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια είναι υψηλότερη στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης σε σχέση με αυτές της Δυτικής και Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Πορτογαλία). Γνωρίζοντας ότι η διατροφή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συμπεριφορικούς παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση καρδιαγγειακής νόσου, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι διαφορετικές διατροφικές συνήθειες των πληθυσμών μεταξύ των παραπάνω χωρών ευθύνονται, ως ένα βαθμό, για το γεγονός αυτό.

Πράγματι, η Μεσογειακή Διατροφή, η οποία αποτελεί κατεξοχήν χαρακτηριστικό των χωρών της Μεσογείου, έχει προταθεί ως ένας προστατευτικός παράγοντας έναντι της καρδιαγγειακής νόσου. Το ελαιόλαδο πρωταγωνιστεί στη Μεσογειακή Διατροφή καθώς αποτελεί την κύρια πηγή λίπους. Αποτελείται από λιπαρά οξέα, εκ των οποίων 55-83% είναι μονοακόρεστα, με κύριο εκπρόσωπο το ελαϊκό οξύ, 4-20% πολυακόρεστα και 8-14% κορεσμένα. Περιέχει επίσης, σε μικρότερες ποσότητες, διάφορες φαινολικές ενώσεις, όπως η ελαιοευρωπαΐνη και η υδροξυτυροσόλη, οι οποίες έχουν αντιοξειδωτική και αντιφλεγμοαώδη δράση. Η υψηλή περιεκτικότητα του ελαιόλαδου σε ελαϊκό οξύ και η παρουσία των φαινολικών ενώσεων έχουν συσχετιστεί θετικά με την παραπάνω προστατευτική δράση.

Το τμήμα Διαιτολογίας – Διατροφής του Πράξις Υγείας ασχολείται με την πρόληψη και αντιμετώπιση διαφόρων κλινικών καταστάσεων, τη διατροφική εκπαίδευση και τη διατροφική υποστήριξη σε κλινικές και μη καταστάσεις.

Στην αστική περιοχή της Αθήνας διεξήχθη η μελέτη ATTICA, μία προοπτική μελέτη με σκοπό την αξιολόγηση των διαφόρων παραγόντων που αυξάνουν των καρδιαγγειακό κίνδυνο. Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 3.042 υγιείς ενήλικες (1.514 άνδρες και 1.528 γυναίκες), οι οποίοι κατά τα έτη 2001-2002 αξιολογήθηκαν ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, τις διατροφικές συνήθειες, τα ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά (βάρος, ύψος, δείκτης μάζας σώματος, περιφέρεια μέσης: περιφέρεια ισχίων), την αρτηριακή πίεση, το λιπιδαιμικό προφίλ και τα επίπεδα της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης στον ορό. Μετά από 10 έτη, το 2011-2012, πραγματοποιήθηκε επαναληπτική αξιολόγηση (follow-up) στους 2.583 από τους 3.042 αρχικούς συμμετέχοντες, η οποία εστιάστηκε στην καρδιαγγειακή λειτουργία και την πιθανή εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Τα αποτελέσματα της μελέτης επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς σχετικά με την προστατευτική δράση του ελαιόλαδου, καθώς όσοι δεν κατανάλωναν καθόλου ελαιόλαδο ή κατανάλωναν, εκτός από ελαιόλαδο, και άλλους τύπους ελαίων, είχαν κατά 4,2 και 5,3 αντίστοιχα περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρδιαγγειακή νόσο, σε σχέση με όσους κατανάλωναν αποκλειστικά ελαιόλαδο.

Το Πράξις Υγείας διαθέτει ένα άριστα οργανωμένο Καρδιολογικό Τμήμα με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, έμπειρο νοσηλευτικό προσωπικό και διακεκριμένους Επιστημονικούς Συνεργάτες – Ιατρούς και βρίσκεται σε ετοιμότητα 24 ώρες καλύπτοντας άμεσα κάθε φύσεως οξύ ή χρόνιο καρδιολογικό περιστατικό.

Πού οφείλεται όμως η καρδιοπροστατευτική δράση του ελαιόλαδου; Η LDL-χοληστερόλη είναι μία λιποπρωτεΐνη, η οποία μεταφέρει τη χοληστερόλη που παράγεται στο ήπαρ, συνδεδεμένη με πρωτεΐνες, στους περιφερικούς ιστούς. Όταν υπάρχει οξειδωτικό στρες, η LDL-χοληστερόλη οξειδώνεται με αποτέλεσμα να εισχωρεί στο ενδοθήλιο των αγγείων και να σχηματίζει την αθηρωματική πλάκα. Έχει βρεθεί ότι, όταν η LDL-χοληστερόλη περιέχει ελαϊκό οξύ, είναι λιγότερο ευαίσθητη στην οξείδωση. Επομένως, συμβάλλει λιγότερο στο σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας. Από την άλλη, η HDL-χοληστερόλη είναι η λιποπρωτεΐνη που μεταφέρει τη χοληστερόλη από τους περιφερικούς ιστούς πίσω στο ήπαρ. Για το λόγο αυτό η δράση της στα αγγεία είναι προστατευτική. Όταν η HDL-χοληστερόλη περιέχει ελαϊκό οξύ οξειδώνεται λιγότερο, επομένως έχει μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Επιπλεόν, η υψηλή συγκέντρωση των φαινολικών ενώσεων, κυρίως στο παρθένο και στο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, του αποδίδει αντιφλεγμονώδη, αντϊυπερτασική και ενδοθηλιοπροστατευτική δράση. Η καθημερινή κατανάλωση τουλάχιστον 5mg αυτών των φαινολικών ενώσεων είναι απαραίτητη και μπορεί να εξασφαλιστεί με μία μέτρια καθημερινή κατανάλωση ελαιόλαδου, ίση με περίπου 25mL. Εξάλλου, η μεγάλη κατανάλωση ελαιόλαδου φαίνεται να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα λόγω του υπερθερμιδικού περιεχομένου του.

Νίκη Κουτσίκου MD, MSc
Ιατρός
Διαιτολόγος-Διατροφολόγος

Share

Pin It on Pinterest

Share This

Share this post with your friends!

Shares